Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΤΕΧΝΙΚΩΝ & ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
- ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ & ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Τ. Θ. 8053, Τ. Κ. 10559 Αθήνα Τηλ. 210 3702339, Fax: 210 3702310
Αθήνα, 25 Μαΐου 2010

Αρ. πρωτ. : 11

Προς: Ομάδα εργασίας για την σύνταξη
του ειδικού κανονισμού του Σ.ΕΠ.Ε.
Κοιν: Ειδικό Γραμματέα Σ.ΕΠ.Ε.
κ. Χάλαρη Μιχαήλ

Σας καταθέτουμε προτάσεις αναφορικά με την σύνταξη του νέου ειδικού κανονισμού του Σ.ΕΠ.Ε. όπως προβλέπεται από τον Ν.2639/98 και το Π.Δ.136/99.


Για το Δ. Σ.
Ο Πρόεδρος Ο Γεν. Γραμματέας


Φραγκιαδάκης Νικόλαος Φωτιάδης Πρόδρομος




Νέος ειδικός κανονισμός - Βασικές προτάσεις για τροποποίηση / βελτίωση του τρόπου λειτουργίας και των αρμοδιοτήτων των ΚΕ.ΠΕ.Κ.
( Ν. 2639/98, ΠΔ 136/99)




Α. ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

Kρίνεται αναγκαία η ένταξη στο Σ.ΕΠ.Ε. (κεντρική υπηρεσία), της Δ/νσης Συνθηκών του Υπουργείου (της υπηρεσίας δηλαδή που είναι αρμόδια για το νομοθετικό έργο), όπως συμβαίνει στις περισσότερες χώρες της Ε.Ε., συμπεριλαμβανομένων και των πρόσφατων σχετικά μελών της Βουλγαρίας και της Κύπρου. Με αυτό τον τρόπο θα υπάρχει διαχρονική ανατροφοδότηση μεταξύ της καθημερινής εμπειρίας που αποκτούν στην πράξη οι τεχνικοί και υγειονομικοί επιθεωρητές στα θέματα υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας στη χώρα μας και της διαρκούς ανάγκης για εκσυγχρονισμό της ισχύουσας νομοθεσίας με παράλληλη εναρμόνισή της με το αντίστοιχο νομοθετικό πνεύμα και της πολιτικές της Ε.Ε. Αυτή την ανάγκη την επισήμανε και η αρμόδια επιτροπή της Ε.Ε. (SLIC), στο σχετικό πόρισμα που εξέδωσε έπειτα από την επιθεώρηση που πραγματοποίησε στη χώρα μας τον Νοέμβριο του 2006.
Τα αποτελέσματα αυτής της οργανωτικής δυσλειτουργίας είναι πασιφανή και κατά γενική ομολογία δημιουργούν σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία του Σ.ΕΠ.Ε.. Σε πολλά καθημερινά και κρίσιμα ζητήματα που αφορούν την υγιεινή και την ασφάλεια οι τεχνικοί και υγειονομικοί επιθεωρητές έχουν «στα χέρια τους» παρωχημένα νομοθετικά εργαλεία με διαπιστωμένες ασάφειες ή ελλείψεις στην πράξη, τα οποία αν δεν δυσχεραίνουν το έργο τους σίγουρα δεν το διευκολύνουν.
Ενδεικτικά μόνο και ως απλά παραδείγματα αναφέρονται τα ακόλουθα δύο:
Α) Το βασικό νομοθετικό εργαλείο για τον έλεγχο της ασφάλειας των ικριωμάτων σε οικοδομές –αν και συμπληρώθηκε εν μέρει το 2004 μέσω του ΠΔ 155- έχει πλέον ηλικία 30 ετών (μιλάμε για το ΠΔ 778/80) και δεν μπορεί να καλύψει πλήρως τις σημερινές ανάγκες που αναδύονται από τις σύγχρονες διαφοροποιημένες εργασιακές πρακτικές.
Β) Το ΠΔ 294/88 (για το οποίο μάλιστα σημειώνεται ότι πανελλαδικά όλες οι υπηρεσίες του Σ.ΕΠ.Ε. γίνονται διαρκώς δέκτες παραπόνων και σχολίων από τους πολίτες), ενώ είναι πλέον εντελώς ξεπερασμένο και δημιουργεί προβλήματα κατά την εφαρμογή του στην πράξη, δεν έχει ακόμα αναμορφωθεί (παρά τις συνεχείς οχλήσεις και τα σχετικά ερωτήματα των υπηρεσιών τουλάχιστον κατά την τελευταία δεκαετία). Ειδικότερα τα σημεία που αφορούν την κατάταξη των επιχειρήσεων –δραστηριοτήτων σε κατηγορίες επικινδυνότητας και τα σημεία που αφορούν τις επιτρεπόμενες ειδικότητες για την άσκηση καθηκόντων τεχνικού ασφάλειας χρήζουν άμεσης συμπλήρωσης τροποποίησης και αναθεώρησης επειδή σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνονται στα σημερινά δεδομένα. Οι προβλέψεις του μάλιστα σε ορισμένα σημεία προκαλούν διαρκώς σύγχυση, είναι άστοχες (π.χ. η αυθαίρετη και χωρίς ορθολογικό σκεπτικό κατάταξη των οικοδομικών έργων με όγκο μικρότερο των 2000 μ3 στη Β’ κατηγορία επικινδυνότητας) και ασαφείς (π.χ. «γκρίζο» τοπίο στις επιτρεπόμενες ειδικότητες για τον τεχνικό ασφάλειας για τις επιχειρήσεις του τριτογενούς τομέα).

Β. ΓΕΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

1. Με στόχο τη μείωση της γραφειοκρατίας ( * ) , της ταλαιπωρίας των πολιτών και του χρόνου ενασχόλησης των επιθεωρητών με ασχολίες που καταναλώνουν πολύτιμο χρόνο από το κύριο ελεγκτικό έργο, προτείνεται η κατάργηση της κατάθεσης των δικαιολογητικών Τ.Α. και Γ.Ε. στα Κ.Ε.Π.ΕΚ και τα Τ.Τ.Υ.Ε. από τους εργοδότες. Η θεώρηση των βιβλίων υποδείξεων, η τήρησή τους, η εφαρμογή των σχετικών ωραρίων κ.λ.π. είναι θέματα που πρέπει να αφορούν αποκλειστικά την επιχείρηση και όχι τους επιθεωρητές, οι οποίοι κρίνουν με βάση την πραγματική εικόνα της επιχείρησης κατά τη διάρκεια των επιθεωρήσεων και όχι μέσω «εγγράφων» από το γραφείο. Η τήρηση όλων των ανωτέρω στοιχείων πρέπει να γίνεται με ιδία ευθύνη του εργοδότη και να μην γίνεται καμιά θεώρηση του βιβλίου υποδείξεων στις υπηρεσίες. Η θεώρηση αυτή να γίνεται στη τελευταία σελίδα από τους δύο συμβαλλόμενους (εργοδότη - Τ.Α. / Ι.Ε.) μέσω ενός κειμένου ανάθεσης-ανάληψης, στο οποίο θα γίνεται μνεία της σχετικής συμφωνίας ή της υπογραφείσας σύμβασης. Η θεώρηση αυτή θα γίνεται με βέβαιες χρονολογίες (ημερομηνία-υπογραφές και σφραγίδες των δύο μερών) και ενδεχομένως με μονογραφές σε κάθε φύλλο. Αν αλλάζει ο Τ.Α./Ι.Ε. θα ακολουθείται η ίδια διαδικασία στην προτελευταία σελίδα και νέες μονογραφές πάλι σε κάθε φύλλο (σε κενές περιοχές) κ.ο.κ. Ο εργοδότης (ή ο ειδικά εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος για αυτό το θέμα), θα πρέπει να λαμβάνει γνώση ενυπογράφως αυθημερόν για τις υποδείξεις που έκανε ο Τ.Α. / Ι.Ε. και θα πρέπει να χορηγεί στη συνέχεια σε αυτούς σε καθορισμένο χρονικό διάστημα υπογεγραμμένο ακριβές φωτοαντίγραφο της σελίδας/ σελίδων των υποδείξεων που έγιναν κατά την ημέρα της επίσκεψης.

2. Όμοια κρίνεται αναγκαίο να μην γίνεται θεώρηση των ημερολογίων μέτρων ασφάλειας (ΗΜΑ) στις υπηρεσίες. Προτείνεται να υπάρχει για κάθε έργο, ΗΜΑ για τον γενικό εργολάβο ή τον ιδιοκτήτη (όταν δεν υπάρχει γενικός εργολάβος). Δηλαδή αν υπάρχει γενικός εργολάβος καταργείται η υποχρέωση του ιδιοκτήτη και την αντίστοιχη υποχρέωση αναλαμβάνει ο γενικός εργολάβος. Ύστερα από έγγραφη ειδοποίηση προς τον επιβλέποντα (πριν την έναρξη των εργασιών), το ΗΜΑ θα «θεωρείται» από τον εν λόγω επιβλέποντα και τον ιδιοκτήτη ή τον γενικό εργολάβο με ευθύνη τους. Η θεώρηση θα γίνεται μέσω ενός κειμένου στο οποίο θα γίνεται μνεία της εγκατάστασης των εκάστοτε εργαζομένων και της έναρξης των διαφόρων εργασιών με βέβαιες χρονολογίες (ημερομηνία-υπογραφές και σφραγίδες) και ενδεχομένως με μονογραφές σε κάθε φύλλο. Αν αλλάζει ο επιβλέπων ακολουθείται η ίδια διαδικασία στην προτελευταία σελίδα και νέες μονογραφές πάλι σε κάθε φύλλο (σε κενές περιοχές) κ.ο.κ.. Ο ιδιοκτήτης ή ο γενικός εργολάβος (ή οι ειδικά εξουσιοδοτημένοι εκπρόσωποι αυτών για το θέμα αυτό), θα πρέπει να λαμβάνουν γνώση ενυπογράφως αυθημερόν για τις υποδείξεις του επιβλέποντα και να του χορηγούν στη συνέχεια σε εύλογο χρονικό διάστημα υπογεγραμμένο ακριβές φωτοαντίγραφο της σελίδας/σελίδων των υποδείξεων που έγιναν την ημέρα της επίσκεψής του. Κάθε φορά που εγκαθίσταται ένας εργολάβος / υπεργολάβος ή κάποιες εργασίες διακόπτονται για κάποιο λόγο και στη συνέχεια επαναρχίζουν, θα πρέπει να καταγράφεται στο Η.Μ.Α. ως συμβάν ενυπογράφως από τους υπόχρεους.

3. Διαφοροποίηση της λειτουργίας των υπηρεσιών του Σ.ΕΠ.Ε. (ΚΕΠΕΚ & ΤΤΥΕ) μέσω του νέου Ειδικού κανονισμού, όσον αφορά τη διερεύνηση καταγγελιών, εργατικών ατυχημάτων και γενικά θεμάτων που αφορούν μεν την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων, αλλά υπάρχει για αυτά ειδικότερη νομοθεσία άλλων Υπουργείων και φορέων και την οποία νομοθεσία οι επιθεωρητές δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν επαρκώς, δεν ενημερώνονται για τυχόν τροποποιήσεις της και δεν είναι αρμόδιοι για τον έλεγχο και την εφαρμογή της. Οι επιθεωρητές, θα πρέπει αφού πρώτα οι αντίστοιχες αρμόδιες υπηρεσίες (πυροσβεστική, υπουργείο υγείας, πολεοδομία, υπηρεσίες πρώην υπουργείου βιομηχανίας, Δ.Ε.Η κ.λ.π επιληφθούν και γνωμοδοτήσουν με τρόπο σαφή και αναμφισβήτητο για την ύπαρξη ή μη παραβάσεων της ειδικής νομοθεσίας (που υπερισχύει της γενικής), στη συνέχεια αν χρειάζεται να επιλαμβάνονται και να προβαίνουν σε κάθε περαιτέρω σχετική ενέργεια. Για παράδειγμα, οι τεχνικοί επιθεωρητές καλούνται να γνωμοδοτήσουν για την νομιμότητα και καταλληλότητα της άσκησης ορισμένων τεχνικών καθηκόντων από εργαζόμενους (π.χ. άδειες χειριστών μηχανημάτων, πρακτικών μηχανικών, θερμαστών, κ.λ.π.), τη στιγμή που τόσο τη σχετική νομοθεσία που αφορά τις άδειες χειρισμού όσο και αυτή που σχετίζεται με την ορθή λειτουργία, την εγκατάσταση, την ασφαλή κυκλοφορία, την κατάταξη και την αδειοδότηση των διαφόρων μηχανημάτων (ή εν γένει των διαφόρων μηχανολογικών εγκαταστάσεων) χειρίζονται αποκλειστικά άλλες υπηρεσίες (νομοθεσία πρώην υπουργείων ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ και ΥΠΕΧΩΔΕ κ.λ.π.).

4. Αντίστοιχα απαιτείται απεμπλοκή των υπηρεσιών του Σ.ΕΠ.Ε από τις διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 79 του ΠΔ 1073/81 (του οποίου ζητούμε άμεσα την κατάργηση), δεδομένου ότι αφορά διαδικασίες εφαρμογής ειδικών κανονισμών της ΔΕΗ, είτε προ της έναρξης των εργασιών σε τεχνικά έργα ή κατά την διάρκεια αυτών. Για τους κανονισμούς αυτούς, τις εκάστοτε τροποποιήσεις τους και την επίβλεψη της εφαρμογής τους αποκλειστικά υπεύθυνη είναι η Δ.Ε.Η., η οποία μάλιστα δύναται και από μόνη της μέσω των αστυνομικών τμημάτων να διακόπτει τις σχετικές εργασίες, χωρίς να εμπλέκει το Σ.ΕΠ.Ε.. Η ανούσια αυτή εμπλοκή της υπηρεσίας μας σε τέτοια θέματα που υπάρχει πιο εξειδικευμένη νομοθεσία, την οποία φυσικά δεν γνωρίζει και δεν είναι αρμόδια, έχει δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στο κοντινό παρελθόν. Ενδεικτικά αναφέρεται το γεγονός ότι πολλοί ιδιοκτήτες νεοαναγειρόμενων οικοδομών εγκαλούν τις υπηρεσίες του Σ.ΕΠ.Ε. και απειλούν με αγωγές για αστικές αποζημιώσεις, εξαιτίας της μεγάλης καθυστέρησης στην άρση διακοπών που έχει εισηγηθεί η Δ.Ε.Η. για λόγους ασφάλειας του δικτύου της και έχει επιβληθεί (κακώς) και από τις υπηρεσίες μας. Οι υπηρεσίες μας δηλαδή χρεώνονται τη μεγάλη καθυστέρηση της Δ.Ε.Η., η οποία οφείλεται σε δικούς της οργανωτικούς λόγους. Επίσης, έχουν αναζητηθεί αδίκως και ποινικές ευθύνες από συναδέλφους μετά από εργατικά ατυχήματα, λόγω εσφαλμένων εισηγήσεων και πληροφόρησης της Δ.Ε.Η. προς τις υπηρεσίες μας. Με λίγα λόγια, τις περισσότερες φορές καλούμαστε να διακόπτουμε εργασίες πριν καν ξεκινήσουν (!!!) και για λόγους που δεν γνωρίζουμε -και ούτε ποτέ μαθαίνουμε-, απλούστατα γιατί πρόκειται για κανονισμούς της Δ.Ε.Η.. Ενεργούμε δηλαδή χωρίς καμία συμμετοχή στο θέμα και ικανοποιώντας χωρίς δυνατότητα ελέγχου τα σχετικά αιτήματα μιας ανώνυμης εταιρείας του δημοσίου (άλλωστε τέτοιος έλεγχος δεν μπορεί και δεν μπορούσε να γίνει και για τεχνικούς και για οργανωτικούς λόγους αλλά κυρίως γιατί είναι εκτός των αρμοδιοτήτων και του πνεύματος της επιθεώρησης εργασίας).

5. Κρίνουμε απαραίτητη τη θέσπιση ελάχιστης προϋπηρεσίας 5 ετών σε θέση επιθεωρητή για κάθε υπάλληλο που αποσπάται, μετατίθεται ή μετατάσσεται στο Σ.ΕΠ.Ε., ως ελάχιστη προϋπόθεση προκειμένου να κριθεί ως προϊστάμενος σε τμήματα τεχνικής και υγειονομικής επιθεώρησης. Με αυτόν τον τρόπο ο εν λόγω υπάλληλος θα αποκτήσει στην πράξη έναν ελάχιστο χρόνο εμπειρίας σε θέση επιθεωρητή του Σ.ΕΠ.Ε., πλέον της αρχικής κατάρτισης και εκπαίδευσης που απαιτείται για να του δοθεί η δυνατότητα να ασκεί τα καθήκοντα του απλού επιθεωρητή. Είναι προφανές και αυτονόητο, ότι μόνο με αυτόν τον τρόπο θα είναι σε θέση να κατανοήσει στην πράξη τον ιδιαίτερο ρόλο και τον τρόπο λειτουργίας της επιθεώρησης εργασίας σε σχέση με τις άλλες δημόσιες υπηρεσίες, καθώς και τα ιδιαίτερα προβλήματα που συναντώνται καθημερινά κατά την άσκηση του έργου των επιθεωρητών και μόνο τότε θα μπορέσει ουσιαστικά να αντεπεξέλθει με επιτυχία στα καθήκοντα του προϊσταμένου.

6. Κρίνεται αναγκαία η ανάθεση των γραμματειακών υποθέσεων (πρωτόκολλο και παροχή πληροφοριών σε πολίτες, διαχείριση του συνόλου των αρχείων που τηρούνται στην υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένων των ατομικών φακέλων των επιθεωρητών κ.λ.π.) στο διοικητικό προσωπικό που θα πρέπει να τοποθετηθεί άμεσα για τη γραμματειακή υποστήριξη των Κ.ΕΠ.Ε.Κ. και των Τ.Τ.Υ.Ε.. Ως γνωστόν μέχρι σήμερα όλη τη γραμματειακή διεκπεραίωση των υποθέσεων των υπηρεσιών αναλαμβάνουν περιοδικά όλοι σχεδόν οι τεχνικοί και υγειονομικοί επιθεωρητές που υπηρετούν, εις βάρος του ελεγκτικού τους έργου. Το γεγονός αυτό από μόνο του συνιστά μια μη ορθολογική χρήση των επιθεωρητών και φυσικά αντίκειται στις αρχές του σύγχρονου δημοσίου management. Κατά γενική ομολογία μάλιστα οι τεχνικοί και υγειονομικοί επιθεωρητές διαθέτουν κατά μέσο όρο αυξημένα τυπικά προσόντα σε σχέση με αυτά των περισσότερων υπαλλήλων άλλων δημοσίων υπηρεσιών. Τέλος σημειώνεται, ότι αυτή η αναγκαστική εναλλαγή των επιθεωρητών σε υπηρεσίες γραμματείας δημιουργεί επιπλέον πλείστα προβλήματα στη διεκπεραίωση των καθημερινών διοικητικών εγγράφων και υποθέσεων των υπηρεσιών λόγω της φυσιολογικής έλλειψης «συνέχειας» στη λειτουργία των γραμματειών (αναπόφευκτο έλλειμμα πληροφόρησης του εκάστοτε επιθεωρητή για τα εισερχόμενα έγγραφα και τα ζητήματα που απασχόλησαν τη γραμματεία τις προηγούμενες ημέρες κ.λ.π.).



Γ. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΕΡΓΑΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ

ΙΣΧΥΟΝ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ

Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο Ν. 2639/98, άρθρο 7, παραγρ. 1θ, το Σ.ΕΠ.Ε.έχει αρμοδιότητα «να ερευνά τα αίτια των θανατηφόρων και των σοβαρών εργατικών ατυχημάτων». Σύμφωνα με το άρθρο 8, παραγρ. 2β του ιδίου νόμου, «Οι Τεχνικοί Επιθεωρητές Εργασίας διενεργούν ελέγχους για την εφαρμογή κυρίως της εργατικής νομοθεσίας για την ασφάλεια και υγεία των εργαζομένων, ερευνούν τις αιτίες των σοβαρών και θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων, υποδεικνύουν μέτρα για την αποφυγή επανάληψής τους και παρέχουν συμβουλές, οδηγίες και υποδείξεις στους εργαζόμενους και στους εργοδότες για την αποτελεσματικότερη εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας» Επιπλέον, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 12, παραγρ. 1στ του ΠΔ 136/99, αρμοδιότητα των Κέντρων Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου (ΚΕ.Π.Ε.Κ.) είναι «οι αυτοψίες των σοβαρών και θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων και η σύνταξη σχετικών εκθέσεων αυτοψίας και έρευνας». Τέλος, στην με αρ. πρωτ. 10027/1999 εγκύκλιο του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων διευκρινίζεται περαιτέρω, ότι η υπηρεσία μας ερευνά τα αίτια μόνο των σοβαρών και θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων και «για τα ατυχήματα αυτά και μόνο συντάσσονται σχετικές εκθέσεις».
Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι αρμοδιότητα και βασική προτεραιότητα των ελεγκτικών υπηρεσιών του Σ.ΕΠ.Ε. (ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΠΡΌΛΗΨΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ – ΚΕ.Π.Ε.Κ.), αποτελεί η σύνταξη εκθέσεων για τα σοβαρά και θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα, ακριβώς διότι ο στόχος των εκθέσεων σύμφωνα με το πνεύμα του νομοθέτη δεν είναι βασικά η διάγνωση και η απονομή ποινικών ευθυνών (αρμοδιότητα που ανήκει αποκλειστικά στις δικαστικές αρχές), αλλά κυρίως η διερεύνηση των αιτίων που τα προκάλεσαν, ώστε να εντοπισθούν οι ελλείψεις, να αναληφθούν ενέργειες για τη μη επανάληψή τους και γενικά για να οργανωθεί και να βελτιωθεί η ελεγκτική δράση τους (π.χ. εστιασμένες εισηγήσεις σε συγκεκριμένα θέματα που αφορούν την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων, προτάσεις για βελτιώσεις και εκσυγχρονισμό της εργατικής νομοθεσίας, υποδείξεις για υιοθέτηση ασφαλών εργασιακών πρακτικών, εντοπισμός ιδιαίτερων κινδύνων κατά την εισαγωγή νέων τεχνολογιών και παραγωγικών διαδικασιών). Όλα τα ανωτέρω εντάσσονται στο γενικότερο πλαίσιο του κύριου ελεγκτικού ρόλου του Σ.ΕΠ.Ε. για τη διασφάλιση της υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων, προκειμένου να προγραμματιστούν και να υλοποιηθούν συντονισμένες δράσεις εκπαίδευσης, ενημέρωσης και ελέγχων σε εργασιακούς χώρους και παραγωγικούς τομείς, οι οποίοι από την στατιστική επεξεργασία και αξιολόγηση των δεδομένων σε κεντρικό επίπεδο προκύπτει ότι εμφανίζουν αυξημένη επικινδυνότητα.

Σημειώνεται ότι η σύνταξη των εκθέσεων έρευνας βασίζεται κυρίως στις περιγραφές των προσώπων που εμφανίζονται ή δηλώνονται ως αυτόπτες μάρτυρες του κάθε συμβάντος, δεδομένου ότι δεν λαμβάνονται μαρτυρικές καταθέσεις. Η επιβολή ποινικών ή άλλων κυρώσεων σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 2 της 81 Διεθνής Σύμβασης Εργασίας του 1947 η οποία κυρώθηκε με το ν. 3249/1955 και το ν.δ. 2954/1954 «Περί οργανώσεως Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας παρά τω Υπουργείω Εργασίας και άλλων τινών διατάξεων», επαφίεται στην ελεύθερη κρίση των επιθεωρητών εργασίας.
Οι εκθέσεις έρευνας των εργατικών ατυχημάτων, εφόσον αυτές προβλέπεται να συνταχθούν από την υπηρεσία μας σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, όπως επίσης και οποιουδήποτε άλλο στοιχείο προβλέπεται να τηρείται στο αρχείο μας, αποστέλλονται στις αρμόδιες προανακριτικές και ανακριτικές αρχές αποκλειστικά στο πλαίσιο της συνδρομής των υπηρεσιών του Σ.ΕΠ.Ε. προς κάθε δημόσια αρχή για τη διευκόλυνση του έργου τους.

Ανάγκη τροποποίησης – περαιτέρω αποσαφήνισης των προβλέψεων του Ν 2639/98 και του ΠΔ 136/99 για τα εργατικά ατυχήματα με βάση την μέχρι τώρα αποκτηθείσα εμπειρία.
για την απεμπλοκή των τεχνικών επιθεωρητών από τις ποινικές και κυρίως τις αστικές διαμάχες μεταξύ των εμπλεκομένων μερών αλλά και από την θεώρηση του ΣΕΠΕ από τις δικαστικές και διωκτικές αρχές όχι ως μηχανισμού ελέγχου που είναι ο πραγματικός ρόλος του, αλλά ως μηχανισμού υπόχρεου να παράγει εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης (αλλοίωση ρόλου).


Προτεινόμενη διατύπωση: «Έκθεση έρευνας εργατικού ατυχήματος από το ΣΕΠΕ συντάσσεται μόνο για τα σοβαρά και θανατηφόρα ατυχήματα με κύριο σκοπό την εξαγωγή συμπερασμάτων από την υπηρεσία και με στόχο τη μη επανάληψή τους».

Βασικός σκοπός δηλαδή για τον οποίο συντάσσεται μια έκθεση έρευνας όπως έχει γίνει κατανοητό από τα ανωτέρω, είναι η εξαγωγή συμπερασμάτων για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και για την ορθότητα ή μη των ακολουθούμενων εργασιακών πρακτικών, τόσο για την επιχείρηση που συνέβη, όσο και για κάθε άλλη επιχείρηση. Η έκθεση αυτή αποστέλλεται στα αρμόδια διωκτικά όργανα μόνο εφόσον υπάρχουν ενδείξεις παραβάσεων της εργατικής νομοθεσίας από την πλευρά του εργοδότη κατά την κρίση πάντοτε της υπηρεσίας και σε καμία περίπτωση αυτή δεν έχει θέση πραγματογνωμοσύνης, ούτε αποτελεί απαραίτητο συστατικό στοιχείο για κάθε φάκελλο δικογραφίας. Αντίγραφο της έκθεσης δύναται να κοινοποιείται στην κεντρική Υπηρεσία του ΣΕΠΕ για την πανελλαδική συγκέντρωση και εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων, τα οποία στη συνέχεια θα μπορούν να αξιοποιηθούν για τον συντονισμό των δράσεων σε πανελλαδική κλίμακα. Η έκθεση έρευνας αποστέλλεται στις διωκτικές αρχές κατά την κρίση της υπηρεσίας υπό το πνεύμα πάντα των προβλέψεων του άρθρου 17, παράγραφος 2 της 81 Διεθνής Σύμβασης Εργασίας του 1947 η οποία κυρώθηκε με το ν. 3249/1955 και το ν.δ. 2954/1954, η οποία υπερισχύει κάθε εθνικής νομοθεσίας (είναι δηλαδή στην ελεύθερη κρίση των επιθεωρητών η επιβολή ποινικών κυρώσεων ή οποιαδήποτε άλλης ενέργειας που οδηγεί σε ισοδύναμα ποινικά αποτελέσματα, όπως είναι για την περίπτωση των εκθέσεων έρευνας η μηνυτήρια αναφορά που αποστέλλεται στις αρμόδιες προανακριτικές αρχές).
Με μια τέτοια λογική κατά την εκτίμησή μας και ανάλογα με την περιοχή της επικράτειας, ο διαθέσιμος χρόνος των επιθεωρητών για ελεγκτικό έργο θα αυξηθεί από 30% έως 70%.
Με το ισχύον καθεστώς, τα ΚΕΠΕΚ και τα ΤΤΥΕ αναγκαστικά αναλώνουν πολύ χρόνο όχι στον έλεγχο των επιχειρήσεων αλλά στη διαχείριση μεγάλου όγκου εκθέσεων έρευνας κυρίως ελαφρών εργατικών ατυχημάτων (στο ΚΕΠΕΚ Αθηνών & Κρήτης και στο ΚΕΠΕΚ Μακεδονίας – Θράκης για παράδειγμα, λόγω του γεωγραφικού μεγέθους και του μεγάλου αριθμού επιχειρήσεων και συμβάντων το πρόβλημα αυτό είναι σημαντικό). Αυτό συμβαίνει εξαιτίας της πίεσης που ασκείται από τις προανακριτικές και τις εισαγγελικές αρχές προκειμένου να διεκπεραιώσουν τους φακέλους δικογραφίας των σχετικών υποθέσεων. Οι υφιστάμενες διατυπώσεις για την υποχρέωση σύνταξης εκθέσεων έρευνας από τις υπηρεσίες μας, τόσο στο Ν. 2639/98 όσο και στο ΠΔ 136/36, είναι ελλιπείς και δυστυχώς όπως έχει η δείξει η μέχρι τώρα εμπειρία ερμηνεύονται διαφορετικά και διαστρεβλώνονται, από τις άλλες δημόσιες αρχές και τους πολίτες (σε σχέση πάντα με το αυθεντικό πνεύμα της εργατικής νομοθεσίας).

Η κυριότερη ερμηνεία που έχει δυστυχώς επικρατήσει και μάλιστα έχει δημιουργήσει μιας εσφαλμένης μορφής εθιμικό δίκαιο, είναι ότι η υπηρεσία μας πρέπει υποχρεωτικά να συντάσσει εκθέσεις έρευνας για όλα τα εργατικά ατυχήματα και να ικανοποιούν κάθε σχετικό αίτημα. Οι εκθέσεις αυτές κακώς θεωρείται ότι αποτελούν υποχρεωτικά αναπόσπαστα έγγραφα για κάθε φάκελο δικογραφίας που σχηματίζεται από τις προανακριτικές αρχές. Η άποψη δηλαδή ότι ο μοναδικός σκοπός της σύνταξης των εκθέσεων αυτών είναι αποκλειστικά η ποινική τους αξιοποίηση είναι εσφαλμένη.

Αντίθετα η προτεινόμενη διατύπωση κρίνεται απαραίτητη για να διασφαλίσει το ρόλο των επιθεωρητών, να αποσαφηνίσει και να οριοθετήσει τις αρμοδιότητες της υπηρεσίας, ξεχωρίζοντας τις πρωτεύουσες από τις δευτερεύουσες προτεραιότητες (η συνδρομή δηλαδή προς τις άλλες δημόσιες αρχές δεν πρέπει να γίνεται καταχρηστικά, να παρακωλύει και να επισκιάζει το κύριο ελεγκτικό έργο του Σ.ΕΠ.Ε.). Δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο να έρχονται στις υπηρεσίες ερωτήματα ή κλήσεις για παροχή εξηγήσεων σε τεχνικούς και υγειονομικούς επιθεωρητές από αστυνομικά τμήματα, πταισματοδικεία και εισαγγελικούς λειτουργούς, στα οποία π.χ. ζητείται να κατονομάσουν υπεύθυνους ή να εξηγήσουν γιατί δεν συνέταξαν έκθεση σε μη σοβαρό ατύχημα, κ.λ.π.
Επιπλέον τα τροχαία ατυχήματα σε κάθε περίπτωση δεν θα πρέπει να δηλώνονται στην υπηρεσία μας, όπως επίσης και όλα τα εργατικά ατυχήματα που συμβαίνουν σε χώρους που δεν ελέγχουν οι εργοδότες και δεν υπάρχει εξαρχής έλλειψη μέτρων ασφάλειας από αυτούς (βιαιοπραγία, κ.λ.π.).
Τέλος θα πρέπει να τροποποιηθεί η εγκύκλιος 10027/1999 με την οποία γίνεται ο χαρακτηρισμός της σοβαρότητας ενός ατυχήματος. Ως σοβαρό (πλέον του ακρωτηριασμού) θα πρέπει να χαρακτηρίζεται ένα ατύχημα που οδηγεί σε μόνιμη ή σοβαρή βλάβη της υγείας του εργαζομένου, εφόσον αυτό βεβαιώνεται από αρμόδιo κρατικό νοσοκομείο ή υγειονομική επιτροπή. Επίσης δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ένα ατύχημα ως σοβαρό λόγο της ύπαρξης κατάγματος γιατί ένα απλό παραπάτημα ή πτώση μπορεί να οδηγήσει σε αυτού του είδους την βλάβη.

Όλα τα ανωτέρω θα πρέπει να αναφέρονται στο Ν. 2639/98, στο ΠΔ 136/99 και στο νέο κανονισμό εσωτερικής λειτουργίας του Σ.ΕΠ.Ε. και σε κάθε νέα εγκύκλιο (της μορφής της εγκυκλίου 10027/1999 για τα εργατικά ατυχήματα), ώστε να προσδιορίζεται με σαφήνεια ο κύριος σκοπός της σύνταξης των εκθέσεων έρευνας από το Σ.ΕΠ.Ε. και ο ελεγκτικός κυρίως ρόλος του. Σε κάθε περίπτωση πάντως θα πρέπει να δοθεί στις διοικήσεις των μονάδων (προϊστάμενοι και διευθυντές), που είναι σε θέση να γνωρίζουν τις πραγματικές συνθήκες λειτουργίας κάθε υπηρεσίας, το διαθέσιμο προσωπικό, τον υπάρχοντα φόρτο εργασίας και γενικά τις προτεραιότητές της η δυνατότητα κατάλληλων χειρισμών. Με αυτόν τον τρόπο δεν θα δίνεται η δυνατότητα παρέμβασης–έστω και έμμεσης- άλλων υπηρεσιών στο έργο και στις προτεραιότητες του Σ.ΕΠ.Ε.. Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο δημιουργεί τέτοιες δυνατότητες. Πρέπει λοιπόν να αποσαφηνιστεί λεπτομερώς, ότι συνδρομή προς τις αστυνομικές ή εισαγγελικές αρχές για το θέμα των εργατικών ατυχημάτων (μέσω της αποστολής εκθέσεων έρευνας), θα παρέχεται μόνο για τις υποθέσεις που έχει ήδη αποφασίσει να επιληφθεί η υπηρεσία, μέσω των προϊσταμένων και των διευθυντών των μονάδων, σύμφωνα με τον κύριο σκοπό της που προαναφέρθηκε. Για τις υποθέσεις αυτές θα τηρείται το σχετικό αρχείο εκθέσεων έρευνας. Η όλη διαχείριση πρέπει να κινείται ανεξάρτητα από τις ποινικές ή αστικές εμπλοκές των υποθέσεων αυτών.
Συνοψίζοντας, θα θέλαμε να τονίσουμε ότι δεν είναι δυνατόν να μιλάμε για ανεξαρτησία του Σ.ΕΠ.Ε., όταν το έργο των επιθεωρητών δυσχεραίνεται καθημερινώς από άλλες δημόσιες αρχές ή απλούς πολίτες, οι οποίοι διαταράζουν σε σημαντικό βαθμό τον ημερήσιο και τελικά τον ετήσιο ελεγκτικό προγραμματισμό των υπηρεσιών.

Δ. ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΩΝ ΣΕ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ
Στον ειδικό κανονισμό λειτουργίας κρίνεται απαραίτητη η παρουσία και η συνδρομή δικηγόρου του δημοσίου (δηλαδή εκπροσώπου του Ν.Σ.Κ), σε κάθε υπηρεσιακή υπόθεση (πέραν της ήδη προβλεπόμενης διάταξης για παροχή νομικής κάλυψης για τις περιπτώσεις ποινικής δίωξης των δημοσίων υπαλλήλων για θέματα που αφορούν την άσκηση των καθηκόντων τους), με στόχο την παροχή νομικής υποστήριξης στους επιθεωρητές για την καλύτερη παρουσίαση των θέσεων της υπηρεσίας ενώπιον των δικαστικών αρχών (υποβολή μήνυσης από τους επιθεωρητές σε επιχειρήσεις, υποθέσεις εργατικών ατυχημάτων κ.λ.π.).

Ε. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΙΚΤΕΣ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ

Προτείνουμε την άμεση κατάργηση των Μικτών Επιτροπών Ελέγχου Οικοδομών και Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης. Ο θεσμός αυτός αφενός μεν επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό, αφετέρου δε είναι δυσλειτουργικός και παρωχημένος. Οι Μικτές Επιτροπές Ελέγχου Οικοδομών μάλιστα, δεν λειτουργούν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας λόγω μη συμμετοχής εκπροσώπων των εργαζομένων ενώ στις περισσότερες που λειτουργούν απουσιάζει συνήθως ο εκπρόσωπος του Τ.Ε.Ε
Επιπλέον η λειτουργία των Μικτών Επιτροπών (η οποία κάλυπτε την ανάγκη εκπροσώπησης των εργαζομένων σε μικρά τεχνικά έργα) βασίζεται σε ρυθμίσεις προγενέστερες του Νόμου 1568/85 και δεν κινείται στο πνεύμα του ούτε και στο πνεύμα του ΠΔ 17/96, όπου προβλέπονται άλλα όργανα βελτίωσης των συνθηκών εργασίας στις επιχειρήσεις (τεχνικός ασφάλειας, γιατρός εργασίας, εκπρόσωπος των εργαζομένων). Το νομοθετικό πλαίσιο λειτουργίας των Μικτών Επιτροπών Ελέγχου είναι όλα τα τελευταία αυτά χρόνια νομικά διάτρητο, δεδομένου ότι η αρχική λειτουργία τους ήταν υπό προθεσμία (μέχρι να ψηφισθεί δηλαδή το ΠΔ 17/96).
Σε αυτό άλλωστε συνηγορεί και το θέμα της ισότιμης θεσμικής αντιμετώπισης του συνόλου των εργαζομένων ανεξάρτητα από το είδος της επιχείρησης που εργάζονται. Για παράδειγμα δεν μπορεί για εργαζόμενους μερικών κλάδων (π.χ. λιανικό εμπόριο, βιομηχανία κ.λ.π.) να μην υπάρχει αντίστοιχος θεσμός βάσει της αρχής της ισότητας του συντάγματος.
Η αυξημένη επικινδυνότητα ως επιχείρημα για τη λειτουργία των ανωτέρω μικτών επιτροπών και για την ανάγκη παρουσία τους στους χώρους εργασίας δεν ευσταθεί,, δεδομένου ότι η αύξηση των επιθεωρήσεων και ελέγχων μπορεί κάλλιστα να επιτευχθεί μέσω κατάλληλου προγραμματισμού ελέγχων και ενίσχυσης του ΣΕΠΕ, χωρίς μάλιστα να επιβαρύνεται και ο κρατικός προϋπολογισμός με τις πρόσθετες αμοιβές των μελών των επιτροπών (εκπρόσωποι Τ.Ε.Ε, εκπρόσωποι συνδικάτων κ.λ.π.).

Ζ. ΘΕΜΑΤΑ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΩΝ
1. Διαχωρισμός στην χρέωση των ατυχημάτων, όπου αυτό γίνεται, ανάλογα με το είδος ατυχήματος. Για παράδειγμα θανατηφόρο ή σοβαρό ατύχημα σε οικοδομικό έργο πρέπει να χρεωθεί σε Τεχνικό Επιθεωρητή, ενώ δήλωση επαγγελματικής ασθένειας ή παθολογικού θανατηφόρου ατυχήματος σε Υγειονομικό Επιθεωρητή.
2. Χρέωση των καταγγελιών ανάλογα με το αντικείμενο τους. Για παράδειγμα εξέταση όσον αφορά τα θέματα Γιατρού Εργασίας (έλεγχος ιατρικών φακέλων) από Υγειονομικό Επιθεωρητή ενώ αντίστοιχα για έλεγχο που αφορά σε θέματα π.χ. ικριωμάτων σε οικοδομή η εξέταση να γίνεται από Τεχνικό Επιθεωρητή.
3. Η συμμετοχή Υγειονομικού Επιθεωρητή σε παντός είδους κλιμάκια ελέγχου οικοδομών και εργοταξίων να εστιάζεται σε θέματα που αφορούν την επίβλεψη της υγείας των εργαζομένων (ιατρική παρακολούθηση), την ύπαρξη χώρων αναπαύσεως, φαρμακείου, αποδυτηρίων, Μέσων Ατομικής Προστασίας.

Η. ΘΕΜΑΤΑ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΩΝ
Τροποποίηση των παραγρ. 2β και 2γ του άρθρου 8 του ΠΔ 136/99. Οι τεχνικοί και υγειονομικοί επιθεωρητές θα πρέπει να ασχολούνται «αποκλειστικά» και όχι «κυρίως» με τα θέματα υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων (αντικατάσταση δηλαδή των αναγραφόμενων λέξεων «κυρίως της εργατικής νομοθεσίας για την ασφάλεια και υγεία των εργαζομένων» και «κυρίως για την υγεία των εργαζομένων» με τις λέξεις «αποκλειστικά»). Ο ρόλος των επιθεωρητών αυτών πρέπει να επικεντρώνεται αποκλειστικά στο σημαντικό κεφάλαιο της προστασίας της υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων και να διασφαλίζεται ότι δεν θα πρέπει να έχουν άλλα δευτερεύοντα καθήκοντα πλέον των κυρίων. Η εμπειρία στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια έχει καταδείξει ότι το μεγάλο κενό που υπάρχει στα θέματα υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων δεν μπορεί να καλυφθεί με την υφιστάμενη στελέχωση των υπηρεσιών σε προσωπικό αλλά απαιτείται επιπλέον αριθμός τεχνικών και υγειονομικών επιθεωρητών. Πρέπει οι τεχνικοί και οι υγειονομικοί επιθεωρητές να χρησιμοποιούνται μόνο για τον έλεγχο της εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας αναφορικά με την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων κατά την εργασία. Διαφορετικά και λόγω των σημερινών δυσμενών δημοσιονομικών συνθηκών, είναι καθολική η εκτίμηση ότι κάθε ενδεχόμενη χρησιμοποίηση των τεχνικών και υγειονομικών επιθεωρητών σε άλλα αντικείμενα για να καλυφθούν τα οργανικά κενά άλλων υπηρεσιών θα αποτελέσει σημαντικό πρόβλημα γιατί τελικά θα αποπροσανατολίσει τα ΚΕΠΕΚ και τα ΤΤΥΕ από τον κύριο ρόλο τους, που δεν είναι άλλος από την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων.











( * ) Η λήψη δράσεων προς την κατεύθυνση της μείωσης της γραφειοκρατίας, αποτελεί μία από τις κύριες δεσμεύσεις της χώρας μας απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ήδη από το 2008, δεδομένου ότι σύμφωνα με ανεπίσημες εκτιμήσεις, επιβαρύνει ετησίως τον κρατικό προϋπολογισμό της Ελλάδας με το τεράστιο ποσό των 12 δις Ευρώ!!! Είναι αυτονόητο, ότι πέρα από κάθε κεντρικό σχεδιασμό και πρωτοβουλία κάθε δημόσια υπηρεσία ή αρχή πρέπει από την πλευρά της να λάβει όλα τα απαραίτητα θεσμικά και οργανωτικά μέτρα για την εξυπηρέτηση και την προαγωγή τέτοιων δράσεων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: